καθυστερικῶς

καθυστερ-ικῶς, Adv.
A behind their time, Ptol.Phas.p.11 H.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυστερικώς — καθυστερικῶς (Α) [καθυστερώ] επίρρ. με καθυστέρηση, μετά την ορισμένη προθεσμία, ύστερα …   Dictionary of Greek

  • καθυστερικῶς — behind indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.